ΑΡΘΡΑ / ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο Κίτρους Νικόλαος Λούσης (1878) και ο καπετάν Διαμαντής Νικολάου (1822) | Δύο επαναστάτες που ο Κολινδρός τιμά και δεν λησμονεί

Τιμούμε σήμερα με κάθε επισημότητα την δική μας γιορτή. Την 144η επέτειο της εξέγερσης του Κολινδρού το 1878 με πρωτεργάτη τον επίσκοπο Κίτρους Νικόλαο.

Ταυτόχρονα, με εισήγηση του τοπικού συμβουλίου τιμούμε και τα 200 χρόνια την επανάσταση που προηγήθηκε 56 χρόνια πριν, πάλι στο Κολινδρό αλλά το 1822 με επικεφαλής τον Καπετάν Διαμαντή Νικολάου.

Πάντα επίκαιρο είναι αυτό που δύο αιώνες π.Χ. έγραφε ο ιστορικός Πολύβιος: «Ποία και πόσο μεγάλη τιμή πρέπει να λάβουν οι Μακεδόνες, οι οποίοι κατὰ το περισσότερο διάστημα της ζωής των δεν παύουν να αγωνίζονται υπὲρ της ασφάλειας των Ελλήνων; Διότι ποιος αγνοεί, ότι πάντοτε θα κινδύνευαν τα μέγιστα οι Έλληνες, αν δεν είχαν πρόφραγμα τους Μακεδόνες;» 

Ας εξιστορήσουμε αρχικά τα γεγονότα της σημερινής επετειακής μέρας.

Βρισκόμαστε στην εποχή που ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος άρχισε το 1877 και κόπασε με την υπογραφή ανακωχής στην  Αδριανούπολη στις 20-1-1878. Έφερε όμως αναστάτωση στον ελληνικό χώρο – ελεύθερο και υπόδουλο – γιατί η Ρωσία  ήταν γνωστό ότι ήθελε να δημιουργήσει τη Μεγάλη Βουλγαρία, εις βάρος των άλλων κρατών της Βαλκανικής και ιδιαίτερα της Ελλάδας. Κατά την διάρκεια του Ρωσοτουρκικού Πολέμου, ο Νικόλαος, νεαρός επίσκοπος Κίτρους, που είχε την έδρα στον Κολινδρό, μυείται στην εθνική οργάνωση «Αδελφότητα», αφού πέρασε πρώτα μια φοβερή κρίση συνείδησης και από την πρώτη στιγμή μεθοδεύει και οργανώνει τον αγώνα.

 Αλλά ποιος ήταν  ο αντάρτης επίσκοπος Κίτρους; Γεννήθηκε στη Στενήμαχο το 1840. Είχε σπουδάσει στη Ριζάρειο των Αθηνών με υποτροφία του Κληροδοτήματος Κομιτζόπουλου πριν γυρίσει στη Φιλιππούπολη, όπου χειροτονήθηκε διάκος και διορίστηκε καθηγητής το 1872. Τον βρίσκουμε σχολάρχη στα Χανιά και το επόμενο έτος καθηγητή Θεολογίας στο Ελληνικό Λύκειο του Σταυροδρομίου Κων-πολης. Το 1874 έρχεται στη Θεσσαλονίκη, συνδέεται στενά με τον μητροπολίτη Ιωακείμ, μετέπειτα Οικουμενικό Πατριάρχη και μέσα σ’ ένα χρόνο προχειρίζεται ιερέας και σχεδόν αμέσως , σε ηλικία 35 χρόνων, επίσκοπος Κίτρους. Με την αγάπη και την υποστήριξη του πανίσχυρου Ιωακείμ, μια λαμπρή σταδιοδρομία αρχίζει να διαγράφεται μπροστά του.

  Την περίοδο αυτή ο Κολινδρός, σύμφωνα με ιστορικές πηγές, είναι ένα κεφαλοχώρι της περιοχής, με πληθυσμό 2.500 Έλληνες κατοίκους, με  έδρα επισκοπής,  η οποία, όπως θα δούμε στη συνέχεια θα γίνει το κέντρο λήψης αποφάσεων  των εξεγερμένων. Η κωμόπολη ευρίσκεται σε περίοπτη θέση, περνά από κοντά της η αμαξιτή οδός που συνδέει την Βέροια με την Κατερίνη. Υπάρχουν τέσσερεις εκκλησίες και δύο ελληνικά σχολεία. Διαθέτει 3 χάνια. Τα καθήκοντα της δημογεροντίας εκτελούνται από συνετούς και έντιμους προκρίτους, ενεργώντας όμως σύμφωνα με τις διοικητικές αρχές και επιταγές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο Αστυνομικός Σταθμός είναι επανδρωμένος με ολιγομελή δύναμη Τούρκων ζαπτιέδων (χωροφυλάκων) που αστυνομεύουν την περιοχή, χωρίς να παρουσιάζoνται όμως σοβαρά προβλήματα που έχουν σχέση με την έννομη τάξη. Η πλειοψηφία των υπόδουλων κατοίκων ασχολείται ως επί το πλείστον με την γεωργία, την κτηνοτροφία και μερικοί  με την σηροτροφία, των δε αστών η απασχόληση περιορίζεται στα στενά όρια της τότε κεντρικής πλατείας.

   Εμβληματικό ιστορικό μνημείο του Κολινδρού ήταν το κάστρο – πύργος, απ’όπου  αγνάντευες μέσα από την χαράδρα του «Βούθνικα» και ανάμεσα από τα υψώματα των «Πλωρείων» και «Καψαλού» τα παράλια του Θερμαϊκού. Το κάστρο αυτό, ονομαστό οχυρό, που το 1001 το απελευθέρωσε απ’ τους Βούλγαρους του Σαμουήλ, ο Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος, ακόμα στέκει εκεί, παρά τις αλλεπάλληλες επιδρομές που δέχθηκε στο βάθος των αιώνων.

Επαναστατικά κινήματα – για να έλθουμε και στα γεγονότα εκείνης της περιόδου– είχαν ήδη οργανωθεί με κάθε μυστικότητα κυρίως στη νότια και Δυτική Μακεδονία. Ο επίσκοπος Κίτρους Νικόλαος, θαρραλέος ιεράρχης και χαρισματικός ηγέτης, με ανεξάντλητες δυνάμεις, όργωσε όλη την περιοχή του και προετοίμασε ικανό αριθμό κατοίκων που περίμεναν την ώρα της εξέγερσης. Μπορεί να ήταν μόνο τρία χρόνια στον επισκοπικό θρόνο, ήταν όμως γνώστης των προβλημάτων που απασχολούσαν την περιοχή του και συνέλαβε αμέσως το πνεύμα των στρατιωτικών και διπλωματικών δεδομένων της εποχής.

Στην εδρά της επισκοπής εξετάζονται οι τελευταίες κινήσεις και ο οπλαρχηγός Χοστέβας με κηρύγματα φιλοπα­τρίας κάμπτει τελικά και τους τελευταίους δισταγ­μούς των προκρίτων.

«Την 22αν Φεβρουαρίου – σημειώνει  ο επίσκοπος Κίτρους σ’ έκθεσή του – το πλείστον μέρος του εν Κολινδρώ πληθυσμού εξήλθε της κωμοπόλεως εις θέσιν τινά εξέχουσα – εννοεί την τοποθεσία της «Φούντας» – εκεί δε περιστοιχιζόμενος υπό πάντων των οπλιτών, δεηθείς υπέρ του αρχομένου αγώνος και ευλογήσας την σημαίαν, ύψωσα αυτήν εν ζητωκραυγαίς υπέρ της ελευθερίας και ενώσεως ημών μετά της μητρός Ελλάδος, μεθ’ ό ενεχείρησα αυτήν τω προεκλεχθέντι σημαιοφόρω Ηλία Ζαρκάδα, Κολινδρινώ. Την τελετήν ταύτην επεσφράγισαν πολλοί των εγχωρίων πυροβολισμοί». Αυτή ήταν και η επίσημη κήρυξη της επανάστα-σης. Με πρωτοπόρους τους νέους, ο πληθυσμός του Κολινδρού άρχισε την ανέγερση οχυρωμάτων, ενώ οι χωρικοί των γύρω χωριών συνέρεαν στην κωμόπολη. Ολόκληρη η Πιερία είχε πλέον επαναστατήσει.

Μια εβδομάδα μετά την εξέγερση του Κολινδρού ο Τουρκικός στρατός άρχισε να πιέζει τους ε­παναστάτες που είχαν ενισχυθεί μ’ ένα μικρό α­πόσπασμα από το κύριο σώμα του Κοσμά Δουμπιώτη, ενώ ο επίσκοπος Κίτρους προστέθηκε στα μέλη της “Προσωρινής κυβέρνησης” που είχε συσταθεί στο Λιτόχωρο με πρόεδρο τον Ευαγ. Κοροβάγκο, της οποίας γίνεται Γραμ­ματέας.

Όταν το Λιτόχωρο πυρπολήθηκε, το σώμα του Δουμπιώτη με 450 άνδρες, αναγκάστηκε με συνεχείς υποχωρητικούς ελιγμούς να καταλήξει μετά ένα μήνα στη Θεσσαλία.

Παρά τα αρχικά όμως σχέδια, κανένα σώμα εθελοντών δεν κινήθηκε προς τις περιοχές της κεντροδυτικής Μακεδονίας. Ούτε στάλθηκαν πολεμο­φόδια όπως είχε ζητηθεί. Ήταν λοιπόν φυσικό, οι μυημένοι των επαρχιών αυτών που είχαν ήδη βγει στα βουνά, ύστερα από ο­λιγοήμερη αναμονή, να επιστρέψουν στα σπίτια τους. Η Πιερία, η μόνη ε­παρχία που παρέμεινε ε­παναστατημένη, ήταν πλέον εκτεθειμένη από πολλές πλευρές. Μπροστά στον άμεσο κίνδυνο, ο Κολινδρός, εγκαταλεί­φθηκε.                                               Ο Νικόλαος Λούσης, έχοντας μαζί τόν στενό του σύμβουλο Π. Μπατραλέξη, αρχηγό ομάδας βλάχων από το Σέλι, προσπαθώντας να δώσει ο ίδιος το παράδειγμα και να τον ακολουθήσουν όλοι οι Κολινδρινοί, πυρπόλησε την επισκοπή του και έδωσε ε­ντολή να οδηγηθούν τα γυναικόπαιδα στην ισχυρή τοποθεσία της Μονής των Αγίων Πάντων.                                                                                                 Εκεί εντοπίσθηκαν από τους Τούρκους και στις 15 Μαρτίου1878, σ’ ένα νέο Ζάλογγο, γράφτηκε και ο επίλογος της εξέγερσης, όπου γυναίκες με τα παιδιά τους ρίχθηκαν στα απόκρημνα βράχια του Γαλακτού και Παλαιοκάστρου της περιοχής των Αγίων Πάντων, για να μην πέσουν στα χέρια των Τούρκων. Ποιος ξέρει πόσες ψυχές  αμάχων Κολινδρινών, απ’όσους κατάφεραν να διαφύγουν στα δάση της γύρω περιοχής, χάθηκαν από τις ωμότητες των Τούρκων αλλά και από τις κακουχίες και στερήσεις στα παγωμένα βουνά των Πιερίων!

Οι επαναστάτες  παρ’ όλα αυτά προσπάθησαν να διατηρήσουν μικρές ε­στίες αντίστασης. Πιθανό­τητες επιτυχίας δεν υπήρ­χαν πλέον. Ένα μήνα κράτησε η προσπά­θεια αυτή, αλλά τελικά ο ιεράρχης και οι οπλαρχηγοί έ­λαβαν την απόφαση να αποσυρθούν στη Θεσσαλία με την ελπί­δα ότι εκεί θα μπορούσαν να ανασυνταχτούν για να συνεχίσουν τον αγώνα.                                                                              

Μετά την έλευσή του στην Αθήνα, ο επίσκοπος Κίτρους υπέβαλε την παραίτησή του από τη θέση του επισκόπου του Οικουμενικού Πατριαρχείου και δεν ευτύχησε να καταλάβει μητροπολιτική έδρα στην Εκκλησία της Ελλάδας. Διορίστηκε καθηγητής των Θρησκευτικών στο Γυμνάσιο της Λαμίας, όπου και παρέμεινε μέχρι το 1880. Απεβίωσε από φυματίωση στα τέλη Ιουλίου 1882 σε ηλικία 42 χρόνων, άπορος και λησμονημένος από το ελεύθερο ελληνικό κράτος.  Αξίζει να αποτίουμε φόρο τιμής σ’ αυτόν τον ιεράρχη, τον εθνεγέρτη, τον λαϊκό αγωνιστή. 

—————-

Μισό περίπου αιώνα πριν τα γεγονότα που εξιστορήσαμε, στη Μακεδονία ξέσπασαν επαναστατικά κινήματα (στη Κασσάνδρα Χαλκιδικής, Όλυμπο, και Δυτ, Μακεδονία), από τα οποία του Ολύμπου, άρχισε και τερματίστηκε στα εδάφη της Πιερίας που είχαν ως θέατρο των συγκρούσεων και επίκεντρο τον Κολινδρό.

Είναι γνωστό ότι τα κινήματα αυτά απέτυχαν και “οι Κολινδρινοί έχοντες υπ’ όψη τα παθήματα των Κασσανδρινών δεν είχαν διάθεσιν να ξεσηκωθούν” γράφει χαρακτηριστικά στα ενθυμήματά του ο Κασομούλης.

 Ένας από τους ηγέτες των επαναστάσεων στη Μακεδονία, ο Διαμαντής Νικολάου, τοπικός οπλαρχηγός, γεννήθηκε το 1790 (κατά την παράδοση στο χώρο του ιστορικού πλατανιού της Μπάρας στον Κολινδρό, όπου είχε καταφύγει η οικογένειά του, αλλά και όπου ο δεσπότης Κίτρους όρκησε τα πρωτοπαλήκαρα της επανάστασης, κατ’ άλλους από τη γειτονική Ράδιανη (Ρυάκια)). Γιος του Νικολάου Κατερινιώτη, αρματωλού του Ολύμπου, ανέλαβε το καπετανάτο του πατέρα του σε ηλικία 23 ετών, όταν οι Τούρκοι συνέλαβαν τον πατέρα του σε σύναξη των καπεταναίων στη Μηλιά το 1813 και τον μετέφεραν με άλλους στη συνέχεια στο Μακελιό της Λάρισσας.

Με υπαρχηγούς τους Μήτρο Λιάκο και Κώστα Μπίνο, τον Μάρτιο του 1821 οργάνωσαν σημαντική ομάδα αγωνιστών 400 ανδρών. Ανταποκρίθηκαν στο αίτημα για βοήθεια του Εμμ. Παπά στη Κασσάνδρα Χαλκιδικής όπου πήρε και ο ίδιος μέρος στις επιχειρήσεις τρέποντας σε φυγή τους Τούρκους που άφησαν πίσω τους, 500 νεκρούς και πολλά πυρομαχικά. Η εμφάνιση όμως του Εμπού Λουμπούτ, πασά της Θεσσαλονίκης με ένα στρατό 14.000 ανδρών, προσέβαλε τους Έλληνες επαναστάτες της Κασσάνδρας και αφού τους νίκησε, επιδόθηκε στη συστηματική καταστροφή της χώρας και τη σφαγή των κατοίκων. Ο πασάς επίσης για να καταπαύσει τις εξεγέρσεις φυλάκισε και κράτησε ομήρους μακρυά απ’ τους τόπους  τους επιφανείς κατοίκους πόλεων της Μακεδονίας

Ένα θύμα των ωμοτήτων αυτής της περιόδου ήταν και ο δεσπότης Κίτρους Μελέτιος Α’ Κυριακός από τον Κολινδρό, που εκείνη την περίοδο βρίσκονταν στη Θεσσαλονίκη για να ασκεί καθήκοντα τοποτηρητή της εκεί Μητροπόλεως. Συνελήφθη και φυλακίστηκε μαζί με άλλους προκρίτους στη Θεσσαλονίκη στον Κανλί Κουλέ (Λευκό Πύργο) και στη συνέχεια παραδώθηκε στον Τουρκικό όχλο που τον κατακρεούργησε στην αγορά του Καπανίου. Αγιοκατατάχτηκε μεταξύ των Νεομαρτύρων της πατρίδας μας και γιορτάζει στις 18 Μαΐου. Η μητρόπολή μας, στο καλαίσθητο αφιέρωμα του περσινού ημερολογίου της για τα 200 χρόνια από την εξέγερση του 1821, με αναφορά και στον Κίτρους Μελέτιο, τονίζει: “Το δένδρο της ελληνικής ελευθερίας και της Ορθοδόξου Πίστεως, για να μεγαλώσει και να στεριώσει, ήταν ανάγκη να ποτιστεί με πολύ αίμα.”

Αλλά ας επανέλθουμε στα γεγονότα της περιοχής μας

 Οι Μακεδόνες οπλαρχηγοί στις 22-2-1822 σε σύσκεψη στη Νάουσα, κηρύσουν την έναρξη του αγώνα κατά των Τούρκων. Στις 8-3-1822  ο φόνος ενός Τούρκου καβαλάρη ανάγκασε τον Καπετάν Διαμαντή να αρχίσει τις πολεμικές του ενέργειες και μη έχοντας υπομονή να περιμένει την άφιξη του Γρ. Σάλα, υπασπιστή του Υψηλάντη, επιτέθηκε στο Κολινδρό. Την επίθεση πραγματοποίησε νύκτα ο Ντίτζιας. ένας από τους έμπιστους οπλαρχηγούς του Διαμαντή, επικεφαλής 300 πολεμιστών, σύμφωνα με ένα καλά καταρτισμένο σχέδιο, αλλά ο αιφνιδιασμός δεν πέτυχε. Ενώ πλησίαζαν στη κωμόπολη το σχέδιο της επίθεσης προδόθηκε και οι Τούρκοι παίρνοντας κατάλληλα μέτρα πρόβαλαν λυσσώδη άμυνα.  Τις επόμενες μέρες με την παρουσία και του Γρ. Σάλα, αντιμετώπισαν πενταπλάσιες Τουρκικές δυνάμεις αλλά μπροστά στην ορμητικότητα των επαναστατών υποχώρησαν στο Κολινδρό. Οι Τούρκοι επιχείρησαν και δεύτερη επίθεση κατά των επαναστατών, αλλά κι αυτή είχε την ίδια τύχη.

Ο Κασομούλης που παρακολούθησε τη συμπλοκή και είδε το αποτέλεσμα, γράφει με προφανή συγκίνηση: “Δόξασα μ’ όλη μου τη καρδιά το Θεό και είπα ότι αληθινά αποφάσισε την ελευθερία των χριστιανών από τους Τούρκους. Μα και στάχτη να είχαν οι τούρκοι στα όπλα τους, πάλι έπρεπε να σκοτωθούν 50 Έλληνες το λιγότερο..”

Ο Σάλας αντί να εκμεταλλευτεί τις ευνοϊκές συγκυρίες και να καταλάβει και να ελευθερώσει με κάθε θυσία τον Κολινδρό, επαναπαύθηκε στις δάφνες που έδρεψε. Το επαναστατικό κίνημα του Ολύμπου που φώτισε το μακεδονικό στερέωμα με μια πρόσκαιρη λάμψη, έσβησε και αυτό επισφραγίζοντας την άγρια νίκη του δυνάστη που στερέωνε πάλι πάνω στα ματωμένα χώματα και τα ερείπια, τη στυγνή κυριαρχία του.

Τελικά ο Καπετάν Διαμαντής αφού δεν μπόρεσε να καταλάβει τον Κολινδρό αποσύρθηκε στη Καστανιά όπου συνέχισε να μάχεται μέχρι τις 15-3-1822. Τα γεγονόντα στη συνέχεια είναι γνωστά, οι άνδρες των Ελλήνων οπλαρχηγών συγκεντρώνονται στη Μηλιά, στο πύργο των Λαζαίων, όπου αντιστάθηκαν, για να πραγματοποιήσουν στη συνέχεια ηρωική έξοδο με τα σπαθιά στα χέρια, φοβούμενοι μη πέσουν στα χέρια των τούρκων.

Μετά τα γεγονότα του Κολινδρού και την Καταστροφή της Νάουσας, ο καπετάν Διαμαντής συνέχισε τη δράση του στη Νότια Ελλάδα. Η προσωρινή κυβέρνηση και ο Άρειος Πάγος, λόγω της γενναιότητας και της στρατιωτικής του ικανότητας, τον διόρισαν αρχιστράτηγο Ευβοίας και Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος. Με το σώμα του συμμετείχε σε πολλές επιχειρήσεις για την απελευθέρωση.

Με απόφαση του Βασιλιά Όθωνα το 1844 διορίζεται γερουσιαστής και η οικογένειά του εγκαθίσταται στο Αχλάδι της Φθιώτιδας.

Το 1853 προσβάλλεται από φυματίωση, ασθένεια τότε ανίατη που ίδιος άντεξε ως το 1856. Λίγες μέρες πριν φύγει από τη ζωή, έγραψε μια επιστολή προς το φίλο του, τον Γερουσιαστή Δημήτριο Χατζίσκο, στην Αθήνα. Η επιστολή έφτασε στο κοινοβούλιο στα μέσα Ιανουαρίου 1856, ενώ ο Ολύμπιος αγωνιστής είχε αποβιώσει. Διαβάστηκε στη Γερουσία και σ’ αυτήν εκφράζει την βαθύτατη ανησυχία και τη λύπη του, όχι για την οικογένειά του, αλλά για το σκλαβωμένο γένος και μεταξύ άλλων σημειώνει: “…με λυπεί κατάκαρδα ότι δεν θα ιδώ την γην της γεννήσεώς μου ελευθερωμένην όπου εχύθησαν τόσα αίματα εξ αιτίας μου, όπου εσήκωσα την επανάστασιν…”

Η σημασία των επαναστάσεων που εξιστορήσαμε, κατά την ταπεινή μου γνώμη συνετέλεσε στην ουσιώδη συμβολή της στον διπλωματικό αγώνα της πατρίδας μας την εποχή εκείνη με τελικό καρπό την εν­σωμάτωση της Θεσσαλίας και της επαρχίας της Άρτας, αλλά και αποτέλεσε πηγή έμπνευσης και αφετηρία του Μακεδονικού α­γώνα που άρχιζε να δια­γράφεται στον ορίζοντα, μετά την ανατροπή του βουλγαρικού οράματος της Μεγάλης Βουλγαρίας του Αγίου Στεφάνου, στο Συνέδριο του Βερολίνου τον Ιούλιο του 1878.

Η συμμετοχή του Κολινδρού στους απελευθερωτικούς αγώνες του έθνους μας, έχει μια συνέχεια. Εκτός από τις παραπάνω εξεγέρσεις, οι Κολινδρινοί συμμετέχουν στο Μακεδονικό αγώνα 1904-08 και να μάχονται στα αφιλόξενα μέρη του Βάλτου με τους αγωνιστές καπετάν Μακρή, Τούμπα, Πολυζόπουλο, Νάνο, στα χέρια του τελευταίου λένε ότι κρατήθηκε τραυματισμένος ο Παύλος Μελάς. Επίσης και στον απελευθερωτικό αγώνα  του 1912-13 και φυσικά το 1940 η πατρίδα μας ήταν παρούσα. Πάντα ο Κολινδρός όταν απειλούνταν ή καταπιέζονταν ή υποβαθμίζονταν, επαναστατούσε.

Εμείς οι απόγονοί τους, όχι μόνο δεν  έχουμε το δικαίωμα να αγνοούμε την τοπική μας ιστορία, αλλά  θα πρέπει να διδαχτούμε απ΄αυτήν. Έτσι καλείται η γενιά μας, το έθνος μας, να γεννήσει και να διαμορφώσει ανθρώπους αυθεντικούς, αξιοπρεπείς, ειλικρινείς, με ιδανικά υψηλά, φρουρούς της ελευθερίας, της δικαιοσύνης, της δημοκρατίας. Οι προκλήσεις και οι προσκλήσεις είναι μπροστά μας.

Βασίλειος Τραούδας – Συντονιστής Ομάδας Επιστημόνων Κολινδρού

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *